Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Πρωτομαγιά 1944: Μια συννεφιασμένη μέρα στην Καισαριανή

Μια συννεφιασμένη μέρα στην Καισαριανή

Φωτο: Παναγιώτης Τζάμαρος / FOSPHOTOS 01.05.2014
Εβδομήντα χρόνια μετά, τρεις ογδοντάχρονοι διηγούνται στην Popaganda τις αναμνήσεις τους από την Πρωτομαγιά του 1944 όταν οι ναζί κατακτητές εκτέλεσαν διακόσιους κομμουνιστές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
της Μιράντας Ιωάννου
[Πηγή: Popaganda, 01/05/2014]
Πρωτομαγιά του ‘70. Ίσως και λίγο αργότερα. Η μακάρια ησυχία των πρώτων καλοκαιρινών ημερών. Από την πλατεία της Καισαριανής ακούγονται σειρήνες, φωνές και ποδοβολητά. «Για πολλά χρόνια κάθε φορά που γινόταν προσκλητήριο νεκρών κατέληγε σε συλλήψεις», εξηγεί η Μάρω Οικονόμου, 85 χρόνων. Γεννημένη στην Αθήνα από Μικρασιάτες γονείς-κάποτε όλοι οι Καισαριανιώτες είχαν μια ιστορία να πουν για την πατρίδα που άφησαν-είναι από τους τελευταίους μιας γενιάς που κανείς δεν θέλει να ξέρει. Και κυρίως, να ακούσει.
Υπήρχε μια εποχή όπου το να ζεις σε μια γειτονιά δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Και αυτή η εποχή δεν είναι πολύ μακριά. «Το Σκοπευτήριο ήταν απαγορευμένος χώρος», υποστηρίζει ο 83χρονος Τάκης Βάζος. «Κανείς δεν πλησίαζε αφού οι Γερμανοί έφερναν καθημερινά από τις φυλακές κρατούμενους για εκτέλεση. Τους περνούσαν από την Μέρλιν για ανάκριση, το Χαϊδάρι για διαλογή και μετά Καισαριανή. Μόνο στον λιμό πέθαναν 1000 Καισαριανιώτες και στους δρόμους υπάρχουν ακόμα πλάκες με νέους που εκτελέστηκαν γιατί έτυχε να βρεθούν σε μια κακή στιγμή»…
Εκτέλεση προς παραδειγματισμό
Ήταν οι τελευταίες μέρες των Γερμανών στην Αθήνα, οι ειδήσεις πίεζαν από παντού για υποχώρηση, τα μπλόκα των ανταρτών είχαν πολλαπλασιαστεί-ο Θανάσης Κλάρας(Αρης Βελουχιώτης) είχε φτιάξει τις πρώτες ομάδες στην Καισαριανή, τον Μάρτιο του ΄44 είχε δημιουργηθεί η κυβέρνηση του βουνού-και οι 600 κρατούμενοι της Ακροναυπλίας που το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε παραδώσει στους Ιταλούς, εύκολη παράπλευρη απώλεια. Από τον Φεβρουάριο του 1937 ο Ιωάννης Μεταξάς είχε αρχίσει να τους συγκεντρώνει στο φρούριο της Ακροναυπλίας, στις φυλακές της Κέρκυρας και στην Ανάφη, την Ικαρία και τα άλλα νησιά της εξορίας.  Όταν, τελικά, τους παρέλαβαν οι Γερμανοί το 1943 τους μοίρασαν στο στρατόπεδο της Λάρισας-Τρικάλων-από όπου 54 εκτελέστηκαν για αντίποινα στο Κούρνοβο-και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου που ήταν περισσότερο ελεγχόμενο αφού βρισκόταν στο κέντρο της Αθήνας.
Αφορμή για τους 200 στάθηκε η εκτέλεση του στρατηγού Κρεντς και τριών αξιωματικών στους Μολάους Λακωνίας. Διοικητής του Χαϊδαρίου ήταν ο Καρλ Φίσερ: περισσότερο ευφυής από τον προηγούμενο Πάουλ Ραντόμσκι, πίστευε ότι τίποτα δεν διατηρεί καλύτερα την πειθαρχία από τον εκφοβισμό. Αποφασίζει, λοιπόν, την εκτέλεση 200 Ακροναυπλιωτών και εξόριστων από την Ανάφη. «Μαζί με τις φυλακές Αβέρωφ, το Γουδί και το Χαϊδάρι, η Καισαριανή ήταν συνηθισμένος τόπος εκτέλεσης», γράφει ο 89χρονος Γιάννης Κουβάς. «Ήδη από το ‘22 είχαν μεταφερθεί οι εγκαταστάσεις της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας με την προϋπόθεση ότι το χώρο θα τον χρησιμοποιούν και οι ένοπλες δυνάμεις. Οι περισσότεροι από τους 200 προέρχονταν από Ακροναυπλιώτες και εξόριστους στην Ανάφη. Μέσος όρος ηλικίας 25 χρόνων. Ανάμεσα τους και ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης, πρόσφυγας από την Προύσα, 35 χρόνων και πολύγλωσσος. Το γεγονός ότι γνώριζε γερμανικά τον έκανε πολύτιμο για τους Γερμανούς. Το απόγευμα της παραμονής μετέφερε το μήνυμα στους φυλακισμένους να συγκεντρώσουν τα πράγματά τους αλλά να μην πάρουν πολλά γιατί εκεί που πήγαιναν δεν θα τους χρειάζονταν. Αν και οι περισσότεροι ήξεραν ότι ήταν για εκτέλεση υπήρχε η ελπίδα ότι τους περίμενε μια άλλη φυλακή».
Φωτο: Παναγιώτης Τζάμαρος / FOSPHOTOS 01.05.2014
Αγνώστων λοιπών στοιχείων
Τα ξημερώματα ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης έκανε την ανάγνωση των ονομάτων. Όταν ήρθε η σειρά του ο Φίσερ τον κοίταξε λέγοντας ότι εξαιρείται από την ομάδα αφού ήταν απαραίτητος στην επικοινωνία. Ο Ναπολέοντας τον ρώτησε πόσοι πρέπει να είναι συνολικά και του απάντησε 200. «Τότε θα είμαι και εγώ μέσα», δήλωσε. «Δεν μπορώ να δεχτώ να πάρει άλλος Έλληνας την θέση μου». Στην Καισαριανή έφτασαν τα έξι καμιόνια όταν πια ξημέρωνε. «Θυμάμαι ακόμα το θόρυβο από τα φορτηγά», λέει η Μάρω Οικονόμου. «Σιγά-σιγά, στη λεωφόρο έγινε ένα σούσουρο-τα περισσότερα σπίτια ήταν περιστερώνες γύρω από μια αυλή και όταν χτυπούσες ένα παράθυρο σηκωνόντουσαν όλοι. Οι γυναίκες βγήκαν στις πόρτες-οι άντρες, όσοι είχαν μείνει, κρύφτηκαν γιατί σε πολλές περιπτώσεις τα αποσπάσματα έπαιρναν όσους έβρισκαν μπροστά τους για να κλείσουν τον αριθμό. Από τα καμιόνια άρχισαν να πετούν χαρτάκια με μηνύματα».
«Όταν τελικά, τους έστησαν ανά ομάδες και άρχισαν οι πυροβολισμοί», εξηγεί ο 83χρονος Τάκης Βάζος, «είχε βγει ο ήλιος». Μια ακόμα φορά το είχε σκάσει από την μητέρα του για να παίξει με τους φίλους του στις αλάνες του Αράπη. «Ήταν μια φωτεινή ζεστή μέρα και ακούγονταν μόνο ο ήχος του πολυβόλου. Λες και είχαν παγώσει όλα. Δίπλα στους Γερμανούς μερικοί Ταγματασφαλίτες-που φυλούσαν για πιθανά χτυπήματα των ανταρτών που είχαν πληροφορηθεί το γεγονός-και δυο υπάλληλοι του δήμου που βοηθούσαν με τα πτώματα. Στην τελευταία εικοσάδα έβαλαν τον Σουκατζίδη που χρησιμοποιούσαν σαν διερμηνέα. Για πολλά βράδια με ξυπνούσε αυτή η σχεδόν μεταφυσική ηρεμία τους. Ολα τελείωσαν λίγο μετά τις 10. Οι Γερμανοί φόρτωσαν τα τελευταία πτώματα και τα μετέφεραν στο Γ’ Νεκροταφείο». Τις επόμενες μέρες όσοι πήγαιναν για αναζήτηση δεν έπαιρναν καμία πληροφορία. Ούτε καν τα ρούχα τους. Η πρώτη ταυτοποίηση έγινε όταν ξεκίνησε η εκταφή. Ακόμα και σήμερα παραμένουν 30 νεκροί αγνώστων λοιπών στοιχείων. «Για πολλά χρόνια», σημειώνει ο Γιάννης Κουβάς, «έρχονταν συγγενείς από την Κρήτη αναζητώντας τα αδέλφια τους από τόπο σε τόπο εκτέλεσης»
Το τέλος της ιστορίας
Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί έφυγαν από την Αθήνα. Οι εκτελέσεις είχαν πολλαπλασιαστεί τους τελευταίους μήνες σε μια προσπάθεια να ελέγξουν τις μάχες από γειτονιά σε γειτονιά. «Τα χρόνια που ακολούθησαν οι 200 ήταν απαγορευμένη ζώνη», συνεχίζει ο Γιάννης Κουβάς. «Γύρω από την περιοχή φυτεύτηκαν 20 κυπαρίσσια, ένα για κάθε δεκάδα νεκρών, αλλά ο χώρος συνέχισε να λειτουργεί σαν Σκοπευτήριο. Το 1984 110 στρέμματα ανακηρύσσονται χώρος ιστορικής μνήμης και απαγορεύεται οποιαδήποτε παρέμβαση». Τις περισσότερες μέρες η σιδερένια πόρτα που οδηγεί στο μνημείο είναι μόνιμα κλειδωμένη και για την επίσκεψη πρέπει να ζητήσει κανείς άδεια του δήμου.
Απ’ έξω τα παιδιά έχουν γράψει γκράφιτι για έρωτες και ποδόσφαιρο. Σε μια έρευνα που έγινε ελάχιστοι ήξεραν τους 200 και ακόμα περισσότερο τον τόπο που εκτελέστηκαν. Και παρά το γεγονός ότι κάθε χρόνο γίνεται προσκλητήριο νεκρών, πηγαίνουν όλο και λιγότεροι. Η Καισαριανή, άλλωστε, έχει γεμίσει με πολυκατοικίες και το Σκοπευτήριο είναι ένα από τα καλύτερα φιλέτα της Αθήνας. Πριν ένα χρόνο, μάλιστα, ανακοινώθηκε ότι θα μπει στα σχέδια προς αξιοποίηση αλλά τελικά, διαψεύστηκε παρά το γεγονός ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς παραμένει πάντα αιτία δικαστικών αγώνων. Ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης, όμως, μπορεί να είναι ευτυχισμένος αφού κάθε χρόνο οργανώνονται αγώνες στο όνομά του… Και ας μην θυμάται κανείς γιατί πέθανε…
Επιμύθιο: από το 1942 μέχρι το 1944 εκτελέστηκαν στην Καισαριανή 739 άνθρωποι από όλη την Ελλάδα. Μόνο τον Μάιο του 1944 309. Ο αριθμός είναι κατά προσέγγιση αφού οι Γερμανοί άρχισαν να καίνε τα αρχεία τους από τον Αύγουστο του ΄44. Οι τελευταίοι συγγενείς των 200 έχουν φτιάξει τον Σύλλογο Εκτελεσθέντων της Ακροναυπλίας. Τα περισσότερα από τα μηνύματα που πέταξαν στο δρόμο οι κρατούμενοι δεν έφτασαν ποτέ στα χέρια τους…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου