Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Ομπάμα και Πούτιν ή ΗΠΑ και Ρωσία: Ένας παλιός Ψυχρός Πόλεμος σήμερα


Ομπάμα και Πούτιν ή ΗΠΑ και Ρωσία: Ένας παλιός Ψυχρός Πόλεμος σήμερα
Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ
[Πηγή: Φιλελεύθερος, 03/05/2014]
Από πλευράς κακοπιστίας, λεκτικών επιθέσεων και πολεμοχαρών στρατιωτικών ασκήσεων, η κρίση γύρω από την Ουκρανία παραπέμπει στις χειρότερες στιγμές του Ψυχρού Πολέμου- στην πρώτη του φάση που διήρκησε από το 1947 μέχρι το 1962 και την δεύτερη, που άρχισε από το 1979 μέχρι το 1985. Μέχρι εδώ πάμε καλά διότι το κορυφαίο γεγονός και συνέπεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν ότι ο πόλεμος αυτός παρέμεινε ψυχρός – τουλάχιστον στο κεντρικό ευρωπαϊκό μέτωπο (Γερμανία)  εκεί που αμερικανικά και σοβιετικά στρατεύματα βρίσκοντο σε άμεση επαφή και αντιπαράθεση.
Ιστορικά και βάσει την θεωρία και λογική του πολέμου, ο Ψυχρός Πόλεμος έπρεπε να καταλήξει σε «θερμό». Ένας από τους δυο πρωταγωνιστές είτε από ανασφάλεια ή από επιθετικότητα θα άρχιζε ένα πόλεμο κυριαρχίας. Το ότι αυτό δεν συνέβη ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Μόσχα είναι διότι μετά  το 1945 άλλαξε η φύση του πολέμου λόγω της εμφάνισης ατομικών/ πυρηνικών όπλων.
Τα όπλα αυτά ανέτρεψαν την περίφημη ρήση του Πρώσου θεωρητικού αλλά και γνώστη του πολέμου (πολέμησε ως Πρώσος αξιωματικός κατά του Ναπολέοντα) Κάρλ Βον Κλαούζεβιτς, ότι δηλαδή ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Η σοφία της ρήσης είναι ότι κάθε πόλεμος έχει πολιτική στόχευση που αποσκοπεί στον καταναγκασμό του αντιπάλου ώστε να συμπεριφέρεται στη συνέχεια όπως ορίζει ο νικητής. Κατά τον Κλαούζεβιτς δεν γίνεται πόλεμος προς χάρη του πολέμου.
Με τον Ψυχρό Πόλεμο το στοιχείο του ορθολογισμού, στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μετωπικό πόλεμο ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, έγινε κυρίαρχο διότι ο εναλλακτικός δρόμος οδηγούσε νομοτελειακά στον Αρμαγεδώνα.
Μεταπολεμικά η ανθρωπότητα έφτασε τρεις φορές στο κατώφλι της πυρηνικής αυτοκαταστροφής. Η κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962 αποτελεί την πιο γνωστή περίπτωση. Τότε, ο ορθολογισμός  εξήλθε νικητής. Έστω  και στο παραπέντε η κρίση εκτονώθηκε με αμοιβαίους συμβιβασμούς εκ μέρος της Ουάσινγκτον και της Μόσχας. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1973. Στις πρώτες μέρες εκείνου του πολέμου το Ισραήλ βρέθηκε προ του φάσματος της ήττας και, ως συνέπεια του στρατηγικού του δόγματος, αποφάσισε να οπλίσει τα πυρηνικά του όπλα. Η Σοβιετική Ένωση αντέδρασε στην απόφαση του Ισραήλ θέτοντας σε ετοιμότητα το πυρηνικό της οπλοστάσιο, γεγονός που ώθησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να πράξουν το ίδιο. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα το Ισραήλ κατάφερε τελικά να επικρατήσει και έτσι μία κλιμάκωση της κρίσης που θα οδηγούσε σε πυρηνικό όλεθρο απεφεύχθη.
Είναι η τρίτη περίπτωση που συνέβη τον Νεόμβριο του 1983 στην Ευρώπη, δηλαδή στο κεντρικό μέτωπο της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης, που παραπέμπει ανατριχιαστικά στην σημερινή κρίση στην Ουκρανία. Διότι στην τρίτη περίπτωση θα μπορούσε η ανθρωπότητα να οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή λόγω πολεμοχαρών ασκήσεων, λεκτικών επιθέσεων κακής πληροφόρησης και παρανοήσεων και όχι λόγω πραγματικού άμεσου και ουσιαστικού κινδύνου για την μιά ή την άλλη πλευρά.
H τρίτη αυτή περίπτωση, που είναι άγνωστη στο ευρύ κοινό, άρχισε ως μέρος της ετήσιας νατοϊκής άσκησης  Able Archer (Iκανός Τοξότης).  Το σενάριο αφορούσε ασκήσεις κλιμάκωσης συγκρούσεων στη Δυτική Ευρώπη που θα κατέληγαν σε μία συντονισμένη πυρηνική προληπτική επίθεση εναντίον του εχθρού. Η νατοϊκή άσκηση δεν κατονόμαζε τον εχθρό που ήταν, βέβαια, η Σοβιετική  Ένωση.
Για πρώτη φορά σε τέτοιου είδους νατοϊκή άσκηση ενσωματώθηκαν υψηλών προδιαγραφών κρυπτογραφικοί κώδικες και υπήρξε σιγή επικοινωνιών. Για πρώτη φορά επίσης υπήρξε συμμετοχή αρχηγών νατοϊκών κρατών, ενώ οι πυρηνικές δυνάμεις των ΗΠΑ τέθησαν σε κατάστασηετοιμότητας, DEFCON 1, που είναι το τελευταίο στάδιο πρίν τον πολεμο.
Εδώ είναι απαραίτητο το πολιτικό περιεχόμενο της άσκησης. Από το 1979 μέχρι το επίμαχο 1983, είχε ήδη αναβιώσει και φουντώσει ο Ψυχρός Πόλεμος μετά από μία περίοδο ύφεσης που άρχισε το 1968. Η κατάρρευση του Σάχη στη Μέση Ανατολή το 1978 αλλά κυρίως η Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979 και η εκλογή του Ρέηγκαν ως προέδρου στις ΗΠΑ το 1981, υπήρξαν τα καταλυτικά γεγονότα. Η πρώτη πράξη του δράματος ήταν η επιβολή κυρώσεων κατά της Μόσχας επί προεδρίας Κάρτερ, που συνεχίστηκαν επί Ρεήγκαν, όπως επίσης η επιθετική ρητορική του Ρέηγκαν και των συνεργατών του. Υπενθυμίζεται ότι το 1983 ο πρόεδρος Ρεήγκαν χαρακτήρισε την Σοβιετική Ένωση ως την “Αυτοκρατορία του Κακού”ενώ τον Μάρτιο του ιδίου έτους ανακοινώθηκε το πρόγραμμα για τον Πόλεμο των Άστρων , το οποίο στόχευε την Σοβιετική Ένωση.
Σήμερα γνωρίζουμε από αποχαρακτηρισμένα Σοβιετικά και Αμερικανικά έγγραφα ότι από το 1981 οι Σοβιετικοί άρχισαν να πιστεύουν και να ετοιμάζονται για μιά προληπτική πυρηνική επίθεση εναντίον τους. Άρχισαν να παρακολουθούν επισταμένα δυτικές ψυχολογικές επιχειρήσεις και στρατιωτικές ασκήσεις, κυρίως στις βόρειες θάλασσες από όπου ανέμεναν την επίθεση. Τον Απρίλιο του 1983 οι ΗΠΑ συγκέντρωσαν για ασκήσεις στον Βόρειο Ειρηνικό την μεγαλύτερη αρμάδα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που αποτελείτο από 40 πλοία, 300 αεροπλάνα και 23.000 άνδρες.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1983 είχαμε και το πρώτο “θερμό” επισόδειο, ευτυχώς όχι στο κεντρικό μέτωπο.  Ήταν η κατάρριψη από τους Σοβιετικούς του νοτιοκορεάτικου επιβατικού αεροπλάνου (πτήση 007) που είχε παραβιάσει τον σοβιετικό εναέριο χώρο και για το οποίο οι σοβιετικοί ήταν πεπεισμένοι ότι λειτουργούσε ως κατασκοπευτικό. Την ίδια περίοδο στην Ευρώπη υπήρχε μεγάλος αναβρασμός,  λόγω του ότι θα άρχιζε σύντομα εκεί η ανάπτυξη αμερικανικών τακτικών πυρηνικών πυραύλων. Οι πύραυλοι αυτοί μηδένιζαν τον χρόνο αντίδρασης  της Σοβιετικής ένωσης σε περίπτωση προληπτικού κτυπήματος.
Τέλος,  λίγο πριν αρχίσει η άσκηση Αble Archer τα σοβιετικά συστήματα παρακολούθησης λανθασμένα κατέγραψαν, σε δύο περιπτώσεις, εκτοξεύσεις αμερικανικών διηπειρωτικών πυραύλων κατά της Σοβιετικής  Ένωσης. Απεφεύχθη τότε μεν ένας κατά λάθος πυρηνικός πόλεμος, όμως το σενάριο πολέμου της νατοϊκής άσκησης αφορούσε ακριβώς την προσομοίωση μίας τέτοιας μορφής προληπτικής πυρηνικής επίθεσης εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.
Ευτυχώς η νατοϊκή άσκηση έληξε “ελεγχόμενη”. Αλλά σημάδεψε και τους δυό πρωταγωνιστές περισσότερο ίσως και απο τη κρίση της Κούβας. Ο Ρέηγκαν προβληματίστηκε έντονα ότι απο μιά “άσκηση” θα μπορούσε να προκύψει ολέθριος πόλεμος. Στα απομνημονεύματά του αναφέρεται με δέος στο γεγονός και το πιστώνει ότι του άλλαξε τήν αντίληψη του για τους Σοβιετικούς και την πιθανότητα πολέμου. Ο ίδιος θα αναλάβει πρωτοβουλίες για συνεργασία με τους Σοβιετικούς, ερχόμενος ακόμη και σε σύγκρουση με τα “γεράκια” του. Η επιδιωκόμενη συνεργασία άρχισε το 1985 με τη εμφάνιση του Σοβιετικού ήγετη Γκόρπατσιεφ. Λίγα χρόνια μετά ο Ψυχρός Πόλεμος  τερματίσθηκε.
Σήμερα τα γεγονότα στη Ουκρανία μπορεί να μήν φαντάζουν όπως αυτά του Ψυχρού Πολέμου. Σίγουρα δεν υπάρχει μετωπική αντιπαράθεση. Είναι όμως πολλοί που επιδιώκουν κάτι τέτοιο πιέζοντας για ανάπτυξη αμερικανικανικών στρατευμάτων στη ανατολική Ευρώπη, ακόμη και στην Ουκρανία. Οι υφιστάμενες αμερικανικό νατοϊκές δυνάμεις στη Ευρώπη διαθέτουν τακτικά πυρηνικά όπλα και υπάρχει δόγμα για τη προληπτική τους χρήση. Το ίδιο ισχύει και με τό Ρωσικό δόγμα. Τέλος, πέρα της αμοιβαίας καχυποψίας, των λεκτικών επιθέσεων και της προπαγάνδας, υφίσταται και η επικίνδυνη διάσταση της προβοκάτσιας απο ανεξέλεγκτα στοιχεία, ακόμη και κράτη. Το 1962 στη Κούβα ο Κάστρο ήθελε πόλεμο, κάτι για το οποίο αργότερα απολογήθηκε δημόσια. Και όσοι νομίζουν ότι αυτά είναι υπερβολές ας μελετήσουν πως άρχισε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πού και για ποιούς λόγους. Και ας μην ξεχνάμε  και την ρήση του Γάλλου στοχαστή Ραιμόντ Αρόν ότι  άλλη θα ήταν η ιστορία του 20ου αιώνα αν οι άνθρωποι λάμβαναν αποφάσεις για το συμφέρον τους και όχι για τα πάθη τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου