Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Η αχίλλειος πτέρνα τού Ερντογάν

Η αχίλλειος πτέρνα τού Ερντογάν

Φωτο: www.foreignaffairs.com
Γιατί ο νέος πρόεδρος κέρδισε τις εκλογές αλλά θα χάσει την οικονομία
του Halil Karaveli
[Πηγή: Foreign Affairs, 11/08/2014]
Κατά την διάρκεια του περασμένου έτους, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεπέρασε κάποια σημαντικά εμπόδια. Συνέθλιψε αστικές διαδηλώσεις το περασμένο καλοκαίρι. Πάταξε τους οπαδούς τού κληρικού Φετουλάχ Γκιουλέν μέσα στην αστυνομία και το δικαστικό σώμα το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Εκλογικά, επίσης, ο Ερντογάν φαίνεται ανίκητος: Την Κυριακή, όταν οι Τούρκοι ψηφοφόροι πήγαιναν στις κάλπες για να εκλέξουν νέο πρόεδρο - τον πρώτο που θα εκλεγεί με λαϊκή ψήφο – ο Ερντογάν είχε οριστεί για να κερδίσει θριαμβευτικά.
Ο Ερντογάν έχει υποσχεθεί να επεκτείνει την προεδρική εξουσία. Ο ίδιος δεν κρύβει την φιλοδοξία του να γίνει ο δεύτερος πατέρας τής Τουρκίας˙ Στην πραγματικότητα, φαίνεται να φιλοδοξεί να γίνει ο αντι-Ατατούρκ, δηλαδή να αναμορφώσει την κοσμική δημοκρατία την οποία οικοδόμησε ο ιδρυτής τής Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Ερντογάν έχει υποσχεθεί να ανυψώσει τις «ευσεβείς γενιές» και συχνά αναφέρεται σε μια ιστορική «αποστολή» που, «αν θέλει ο Θεός», θα εκπληρώσει σύντομα. Τα λόγια του δεν είναι κούφια. Κατ’ αρχήν, οι συνεχιζόμενες αλλαγές στο κοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα της Τουρκίας είναι εμφανείς˙ Τα κρατικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε όλη την Τουρκία γίνονται γρήγορα ιερατικά ιδρύματα.
Ωστόσο, δεν είναι η ισλαμιστική ιδεολογία που έχει υποστηρίξει την εξουσία τού Ερντογάν. Είναι η οικονομία. Οι ψηφοφόροι κράτησαν αυτόν και το κόμμα του, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), στην εξουσία, διότι τα οικονομικά οφέλη που έφερε το κόμμα έχουν αντισταθμίσει άλλες σκέψεις. Για παράδειγμα, κύματα διεθνούς κεφαλαίου κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας οδήγησαν σε ραγδαία ανάπτυξη της δημόσιας και της ιδιωτικής κατανάλωσης και των κατασκευών. Αυτά διατήρησαν αναπτυσσόμενη την τουρκική οικονομία.
Τα υλικά θεμέλια της εξουσίας τού Ερντογάν, ωστόσο, δεν είναι σταθερά. Ο Ραχμί Κοτς, ο επίτιμος πρόεδρος της Koc Holding, του μεγαλύτερου βιομηχανικού ομίλου τής Τουρκίας, προειδοποίησε πρόσφατα ότι «Το πιο σημαντικό διαρθρωτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι η υπερβολική εξάρτησή της από τις εισροές ξένων κεφαλαίων». Τα επίπεδα εισοδήματος έπαψαν να αυξάνονται, και η οικονομική ανάπτυξη που βασίζεται στην κατανάλωση και τις κατασκευές συνήθως δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Εν ολίγοις, η Τουρκία έχει κολλήσει στην κλασική παγίδα τού μεσαίου εισοδήματος. Και η διέξοδος είναι γνωστή: Αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία απαιτεί ένα καλύτερα εκπαιδευμένο πληθυσμό˙ Ενθάρρυνση της καινοτομίας, η οποία απαιτεί μια ελεύθερη πνευματική ατμόσφαιρα˙ Και να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Η εκπαίδευση περισσότερων κληρικών αντί για επιστήμονες, η φίμωση της ελευθερίας τού λόγου, και η προτροπή, όπως έκανε πρόσφατα ο Ερντογάν, στις νεαρές γυναίκες να μην αναβάλλουν τον γάμο τους λόγω σπουδών, δεν πρόκειται να βοηθήσει την πρόοδο της τουρκικής οικονομίας.
Με το να υπονομεύουν την τουρκική οικονομία σε μακροπρόθεσμη βάση, οι θρησκευτικές πολιτικές τού Ερντογάν θα τον βάλουν τελικά απέναντι σε ορισμένους από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του: Τις μεγάλες επιχειρήσεις με έδρα στην Κωνσταντινούπολη και την θρησκευτικά συντηρητική επιχειρηματική κοινότητα στην ενδοχώρα τής Τουρκίας, την Ανατολία. Ούτε σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο τα πράγματα φαίνονται υπέροχα.
Η σχέση μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Κωνσταντινούπολη - οι οποίες είναι πολιτισμικά εκδυτικοποιημένες - και του Ερντογάν υπήρξε δύσκολη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 2008, ο Ερντογάν ζήτησε από τον πληθυσμό να σταματήσει να διαβάζει τις εφημερίδες που ανήκαν στο Dogan Media Group τού μεγιστάνα Αϊντίν Ντογκάν. Το 2009, η κυβέρνηση επέβαλε πρόστιμο στο γκρουπ το πρωτοφανές ποσό των 2,5 δισ. δολαρίων μετά από φορολογικό έλεγχο. Πέρυσι, οι φορολογικοί ελεγκτές (συνοδευόμενοι από την αστυνομία) εισέβαλαν σε τρεις μεγάλες εταιρείες που ανήκουν στην Koc Holding, η οποία δραστηριοποιείται στους τομείς τής ενέργειας, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της ναυτιλίας, της άμυνας και σε τομείς των διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Αυτό που προκάλεσε την κίνηση ετούτη ήταν το γεγονός ότι ένα ξενοδοχείο που ανήκει στην Koc Holding είχε δώσει καταφύγιο σε ανθρώπους που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την αστυνομική καταστολή των ειρηνικών διαδηλωτών στο πάρκο Gezi τής Κωνσταντινούπολης.
Αυτό που είναι καινούργιο και πιο σημαντικό είναι η ένταση της σχέσης μεταξύ του Ερντογάν και της ισλαμικού προσανατολισμού επιχειρηματικής κοινότητας στην Ανατολία. Κατ’ αρχήν, το σουνιτικό θρησκευτικό αίσθημα της κυβέρνησης του ΑΚΡ έχει κοστίσει στην επιχειρηματική κοινότητα της Ανατολίας τις πιο σημαντικές αγορές της στην Μέση Ανατολή. Για παράδειγμα, η υποστήριξη της Τουρκίας στον σκοπό των σουνιτών ισλαμιστών στην Συρία δεν έχει μόνο επιδεινώσει τον εμφύλιο πόλεμο εκεί, αλλά έχει επίσης οδηγήσει στην εμφάνιση τζιχαντιστικών ομάδων όπως το «Ισλαμικό Κράτος τού Ιράκ και της al-Sham» (ISIS) στο Ιράκ. Κατά συνέπεια, η Τουρκία έχει χάσει αυτήν που συνήθως ήταν η δεύτερη πιο σημαντική αγορά για τις εξαγωγές της. (Οι εξαγωγές τής Τουρκίας στο Ιράκ ανήλθαν σε 11,9 δισεκατομμύρια δολάρια το 2013, με πρώτες τις εξαγωγές της προς την Γερμανία, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 13,3 δισεκατομμύρια δολάρια).
Η υιοθέτηση από την Τουρκία τού σκοπού τής Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο και η ιδεολογικά καθοδηγούμενη εχθρότητά της προς το Ισραήλ δεν έχει κάνει τα πράγματα ευκολότερα. Με τις διόδους μέσα από το Ιράκ κομμένες μετά τις προελάσεις τής ISIS, οι Τούρκοι εξαγωγείς έχουν ανάγκη από πρόσβαση στο ισραηλινό λιμάνι τού Ashdod και το αιγυπτιακό της Αλ-Αρίς, για να φτάσουν στις αγορές τού Κόλπου, μέσω Ιορδανίας. Καθώς δεν είναι πλέον ευπρόσδεκτοι εκεί, όμως, έπρεπε να αρχίσουν να ψάχνουν για διόδους έκτακτης ανάγκης μέσω τού Ιράν.
Εκτός από τους παλιούς εμπορικούς εταίρους τής Μέσης Ανατολής, οι τουρκικές επιχειρήσεις χρειάζονται επίσης νέες αγορές, ξένη τεχνογνωσία και ξένες επενδύσεις. Τον Ιούλιο, ο πρόεδρος των τουρκικών Επιμελητηρίων, Rifat Hisarciklioglu, ένας συντηρητικός υποστηρικτής τού ΑΚΡ, επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρακάλεσε τις Αρχές των ΗΠΑ να συμπεριλάβουν την Τουρκία στην συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που διαπραγματεύονται τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Αμερικανοί συνομιλητές του τον αντιμετώπισαν ψυχρά και τον συμβούλεψαν να προσπαθήσει να πείσει πρώτα τους Ευρωπαίους. Ο Hisarciklioglu είπε στους Τούρκους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν ότι το μόνο πράγμα που ήθελαν να συζητήσουν οι άνθρωποι στην Ουάσιγκτον ήταν η άνοδος του μαχητικού Ισλάμ στην Μέση Ανατολή και ο ρόλος τής Τουρκίας σε αυτό. Αυτό το μήνυμα υποχρεωτικά θα ανησυχήσει την συντηρητική επιχειρηματική κοινότητα στην Τουρκία.
Στην πραγματικότητα, οι ανησυχίες για την πορεία του Ερντογάν οδήγησαν ακριβώς αυτούς τους ανθρώπους να συσπειρωθούν γύρω από τον Αμπντουλάχ Γκιούλ, τον απερχόμενο πρόεδρο. Στον Γκιούλ επιφυλάχθηκε μια ενθουσιώδης υποδοχή σε μια δεξίωση για το Ραμαζάνι που διοργάνωσαν τα τουρκικά Επιμελητήρια τον περασμένο μήνα. Οι επευφημίες φέρεται να διήρκεσαν μισή ώρα. Κατά την διάρκεια της θητείας του, ο Γκιούλ φρόντισε να μην τα σπάσει ανοιχτά με τον Ερντογάν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, άφησε να εννοηθεί ότι θα προτιμούσε πιο μετριοπαθείς πολιτικές, σύμφωνα με τα συμφέροντα της επιχειρηματικής κοινότητας, η οποία έχει στοιχηματίσει στις καλές σχέσεις με την Δύση.
Οι συντηρητικοί επιχειρηματίες και άλλοι μέσα από τις τάξεις τού ΑΚΡ έχουν αρχίσει να προωθούν τον Γκιούλ να γίνει αρχηγός τού κόμματος και πρωθυπουργός αφότου ο Ερντογάν αναλάβει την προεδρία. Και από την πλευρά του, ο Γκιούλ έχει αφήσει αρκετά υπονοούμενα ότι φιλοδοξεί να συνεχίσει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή. «Πρόκειται να συνεχίσω να υπηρετώ τον λαό μου και μετά από αυτό. Ας δούμε στο μέλλον το πώς θα το κάνω», είπε σε μια συγκέντρωση των επιχειρηματιών. Αλλά η γενική παραδοχή στους τουρκικούς πολιτικούς κύκλους είναι ότι ο Ερντογάν, αισθανόμενος ανταγωνισμό, θέλει ο Γκιούλ να μείνει όσο το δυνατόν πιο μακριά από το ΑΚΡ. Ο Ερντογάν είπε ότι πρόκειται να είναι ένας «ιδρωμένος» πρόεδρος, ο οποίος θα κάνει πλήρη χρήση των προνομίων του, κάτι που θεωρήθηκε ως μια ισχνά συγκεκαλυμμένη κριτική των προεδρικών επιδόσεων αυτοσυγκράτησης του Γκιούλ.
Αν υπάρξει ένας αγώνας για τον έλεγχο του AKP αφότου ο Ερντογάν εγκαταλείψει την δουλειά τού πρωθυπουργού για να γίνει πρόεδρος, ο Ερντογάν είναι βέβαιο ότι θα επικρατήσει. Αφού κερδίσει στον πρώτο γύρο ψηφοφορίας με περισσότερα από 50%, θα έχει μια τέτοια ισχυρή λαϊκή εντολή που κανείς δεν θα είναι σε θέση να αμφισβητήσει την συνεχιζόμενη εξουσία του στο AKP και την κυβέρνηση. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, τα πράγματα είναι βέβαιο ότι θα λειτουργήσουν με διαφορετικό τρόπο.
Ο Γκιουλ δεν μπορεί να φτάσει την λαϊκή εντολή τού Ερντογάν, αλλά αρέσει στις ομάδες συμφερόντων που έχουν ιστορικά υπάρξει καθοριστικές στην πολιτική. Στην ομιλία του στην δεξίωση που παρέθεσαν τα τουρκικά Επιμελητήρια, ο Γκιουλ παρατήρησε ότι «οι προσδοκίες τού ιδιωτικού τομέα» και «οι απαιτήσεις που προέρχονται από την Ανατολία πρόκειται να αποφασίσουν την πορεία τής πολιτικής». Αυτές οι παρατηρήσεις είναι κάπως ιδιοτελείς: Στο κάτω-κάτω, οι «απαιτήσεις από την Ανατολία» περιλαμβάνουν προφανώς το να αναλάβει ο ίδιος το ΑΚΡ. Αλλά ο Γκιούλ έχει δίκιο όταν σημειώνει ότι οι προσδοκίες τού ιδιωτικού τομέα έχουν τον τρόπο να αλλάξουν την πορεία τής Τουρκίας.
Η πρώτη φορά που το έπραξαν ήταν το 1980. Αφότου οργάνωσε ένα πραξικόπημα, ο στρατός εφάρμοσε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα οικονομικής απελευθέρωσης. Η επιχειρηματική κοινότητα ζητούσε αυτές τις μεταρρυθμίσεις επί χρόνια, αλλά η πολιτική κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να τις εφαρμόσει λόγω της αντίθεσης από την αριστερά και τα συνδικάτα. Καθώς η τουρκική οικονομία ασφυκτιούσε, οι κοινωνικές εντάσεις και η βία κλιμακώθηκαν. Ο στρατός παρενέβη, και η οικονομική απελευθέρωση που προώθησε έθεσε τις βάσεις για την οικονομική άνοδο της Τουρκίας.
Η δεύτερη ευκαιρία ήρθε στις αρχές τής δεκαετίας τού 2000. Εκείνες τις ημέρες, η τουρκική επιχειρηματική κοινότητα και οι διεθνείς δανειστές ζητούσαν περαιτέρω οικονομική απελευθέρωση και πολιτικό εκδημοκρατισμό. Ανεξέλεγκτος πληθωρισμός και ελλείμματα στον προϋπολογισμό έφεραν την Τουρκία στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης στα τέλη τής δεκαετίας τού 1990. Ο κυβερνών συνασπισμός αριστεράς-δεξιάς ξεκίνησε μια νέα σειρά από πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί για να ανταποκριθούν σε αυτές τις προσδοκίες, αλλά μετά κατέρρευσε πολιτικά. Στη συνέχεια, το ΑΚΡ ανέλαβε την εξουσία, υποστηριζόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την ΕΕ, και την επιχειρηματική κοινότητα, η οποία ήλπιζε ότι το κόμμα θα προσφέρει πολιτική σταθερότητα και θα διορθώσει το οικονομικό χάος τής Τουρκίας. Και, όταν ήρθε η ώρα, το ΑΚΡ εφήρμοσε γρήγορα και με επιτυχία τις μεταρρυθμίσεις.
Στην Τουρκία, η σχέση μεταξύ του κράτους – του στρατού και της γραφειοκρατίας - και της επιχειρηματικής κοινότητας είναι συμβιωτική. Τα συμφέροντα των επιχειρήσεων έχουν πρωταρχική σημασία˙ Το κράτος τα φροντίζει από την εποχή τής ίδρυσης της Δημοκρατίας. Επιπλέον, η ένταξη της Τουρκίας στην παγκόσμια οικονομία από το 1980 έχει κάνει το κράτος ακόμα πιο ευαίσθητο στην δυναμική τού καπιταλισμού. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η σχέση μεταξύ των οικονομικών και των πολιτικών ελευθεριών έχει αλλάξει. Το 1980, τα επιχειρηματικά συμφέροντα εξυπηρετούνταν από ένα αυταρχικό καθεστώς. Δύο δεκαετίες αργότερα, ωστόσο, οι επιχειρήσεις έφθασαν να έχουν θεμελιωμένα συμφέροντα στον εκδημοκρατισμό. Οι οικονομικές ανάγκες ανάγκασαν την τουρκική κυβέρνηση να εισάγει πολιτική φιλελευθεροποίηση, προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το γεγονός ότι η τουρκική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται ενώ η χώρα έχει υποτροπιάσει στον αυταρχισμό, έχει δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να συνεχίσουν να ευδοκιμούν σε ένα ανελεύθερο περιβάλλον. Αλλά αυτή η ψευδαίσθηση έχει ήδη αρχίσει να ραγίζει. Στην Τουρκία, ο κρατικός αυταρχισμός και ο καπιταλισμός δεν πάνε μαζί. Υπό αυτό το πρίσμα, η νίκη τού Ερντογάν προορίζεται να είναι μια πύρρειος νίκη.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου