Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Ανατροπή του πολιτικού σκηνικού στην Τουρκία

Ανατροπή του πολιτικού σκηνικού στην Τουρκία

της Αριάδνης Αλαβάνου
[Πηγή: σχέδιο-Β, 10/06/2015]
Η Τουρκία εισέρχεται σε αχαρτογράφητα νερά, μετά την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού που προκάλεσε η ψήφος του τουρκικού λαού στις κοινοβουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουνίου. [1] Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, παρόλο που διατηρεί την πρώτη θέση με 40,87%, δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση με τις 259 έδρες που έλαβε, στις 550 του τουρκικού Κοινοβουλίου. Έχει ήδη ανοίξει η συζήτηση για το αν θα μπορέσει να σχηματιστεί κυβέρνηση συνασπισμού και μεταξύ ποιων κομμάτων, κυβέρνηση μειοψηφίας ή αν η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης θα οδηγήσει σε νέες εκλογές εντός 45 ημερών. Στις πυρετώδεις διαβουλεύσεις που διεξάγονται ήδη, τονίζεται η αναγκαιότητα κυβέρνησης συνασπισμού λόγω της οικονομικής κατάστασης. Όμως με ποια σύνθεση; Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν...
Παρόλο, λοιπόν, που τρεις ημέρες μετά τις εκλογές σ' αυτό που κυρίως συγκεντρώνεται η προσοχή είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης, δεν έχουν λιγότερη σημασία οι συνθήκες που οδήγησαν στο εκλογικό αποτέλεσμα, μιας και αυτό φαίνεται πως θα οδηγήσει σε μια “terra incognita” το τουρκικό πολιτικό σύστημα, ύστερα από την κυβερνητική μονοκρατορία του ΑΚΡ επί 12 έτη, ενώ ήδη φαίνεται από τη σχετική αρθρογραφία ότι θα έχει σημαντικές επιπτώσεις γενικότερα στην τουρκική πολιτική, ιδίως την εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική. Δεν πρέπει να περάσει  απαρατήρητο το ότι τα δύο κόμματα που βγήκαν ενισχυμένα από τις εκλογές είναι αφ' ενός το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών που εστιάζει στην επίλυση του κουρδικού προβλήματος, και το Εθνικιστικό Κόμμα που είναι εντελώς αντίθετο με την αναγνώριση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων για τους Κούρδους της Τουρκίας.
Αν και η εκλογική πτώση του κυβερνώντος κόμματος ήταν ορατή και προβλεπόμενη, το γεγονός ότι σ' αυτή συνέβαλε κυρίως η μεγάλη άνοδος του φιλοκουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών και η είσοδός του στη Βουλή όχι απλώς οριακά, αλλά τρεις μονάδες πάνω από το όριο του 10%, ήταν εκείνο που έδωσε χαρακτηριστικά πολιτικής ανατροπής στα εκλογικά αποτελέσματα, στερώντας από το ΑΚΡ την αυτοδυναμία. 
Μετά από 13 χρόνια, πρώτη φορά εισέρχεται στην τουρκική Βουλή τέταρτο κόμμα και μάλιστα ένα κόμμα το οποίο αρχικά συγκροτήθηκε ως κόμμα της κουρδικής μειονότητας, το οποίο κατόρθωσε να προσελκύσει και να εκφράσει εκλογικά το σύνολο σχεδόν των Κούρδων, όσο και ποικίλα κοινωνικά στρώματα, κινηματικές και πολιτικές ομαδοποιήσεις σε όλη την Τουρκία, συμπυκνώνοντας για πολλά εκατομμύρια τη δημοκρατική αμφισβήτηση του καθεστώτος και των επιδιώξεων του κυβερνώντος ΑΚΡ.
Οι αιτίες που οδήγησαν στην ήττα του κόμματος του Ρ.Τ. Ερντογάν εντοπίζονται κυρίως στο εξής: ο τουρκικός λαός απέρριψε την επιδίωξη του κυβερνώντος κόμματος να αποκτήσει μια πλειοψηφία τέτοια που θα επέτρεπε τη δημιουργία ενός πιο αυταρχικού και συγκεντρωτικού προεδρικού συστήματος. Να κατακτήσει δηλαδή τις έδρες που θα του έδιναν τη δυνατότητα είτε να θέσει απευθείας το θέμα της σχετικής  αλλαγής του συντάγματος (367), είτε όσες χρειάζονταν για να προκαλέσει δημοψήφισμα (330).
Σύμφωνα με Τούρκους δημοσιογράφους, σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τόσο του ΑΚΡ όσο και του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος –αξιωματικής αντιπολίτευσης- επέλεξε την ψήφιση του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών ώστε να ξεπεράσει το όριο του 10% και με την είσοδό του στη Βουλή να επιφέρει αλλαγή στο συσχετισμό δύναμης που θα ματαίωνε αυτές τις επιδιώξεις.
Γράφει, επί παραδείγματι, η Μπαρτσίν Γινάντς (“Is Erdoğan a bigger threat than a jailed leader and if so, what next?” 8/6): “Αν 10 χρόνια πριν μας λέγανε ότι ένας σημαντικός αριθμός του εκκοσμικευμένου τμήματος της κοινωνίας θα στηρίξει ένα κόμμα που το θεωρεί πολιτική πτέρυγα μιας αποσχιστικής, τρομοκρατικής κουρδικής οργάνωσης προκειμένου να διασφαλίσει τη δημοκρατία στην Τουρκία, ελάχιστοι θα το πίστευαν [...] Είμαι απολύτως σίγουρη ότι πολλοί άνθρωποι που ψήφιζαν το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) επέλεξαν αυτή τη φορά το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP). Αυτό μας λέει ότι ακόμη και όσοι μισούν το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν απεχθάνονται την ιδέα ότι θα συνεχίσει να κυβερνά αυθαίρετα ο Ερντογάν. [...] Αν αυτές οι εκλογές είναι σημαντικές γιατί κατάφεραν πλήγμα στις πολιτικές φιλοδοξίες του Ερντογάν, ήταν επίσης κρίσιμες στο να αποκαλυφθεί η αντίληψη της κοινωνίας για το κουρδικό ζήτημα [...] Δεν υπάρχει, επίσης, αμφιβολία ότι το HDP πέρασε το όριο του 10% με την ψήφο των Κούρδων που συνήθως ψήφιζαν το κυβερνών AKP. Σε πολύ μικρότερο βαθμό το HDP κέρδισε ψηφοφόρους και από το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα [...] λόγω του φόβου να δουν οι πολίτες το AKP και συνεπώς τον Ερντογάν με μια πολύ ισχυρή εντολή, εάν το HDP έμενε κάτω από το κοινοβουλευτικό κατώφλι”.
Και ο Μουράτ Γιετκίν (“The end of Erdoğan’s rise in Turkey”, 8/6): “Το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών κατόρθωσε να μετασχηματιστεί από αποκλειστικά φιλοκουρδικό σε ένα κόμμα που υποστηρίζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες για όλη την Τουρκία και να κερδίσει την υποστήριξη των Τούρκων αριστερών και φιλελεύθερων, υποσχόμενο ότι αν μπει στο κοινοβούλιο δεν θα διαπραγματευτεί με το ΑΚΡ για την προεδρία του Ερντογάν”.
Έτσι, το ΑΚΡ έχασε πάνω από 2,5 εκατομμύρια ψήφους προς δύο κυρίως κατευθύνσεις: προς το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών και προς το Κόμμα του Εθνικιστικού Κινήματος. Το μεν πρώτο συγκέντρωσε 6 εκατομμύρια ψήφους (εκλογές του 2011: 2,8 εκατομμύρια), το δε δεύτερο αύξησε τις ψήφους του κατά 2 εκατομμύρια. Η μετακίνηση αυτή δεν εξηγείται με την απλή αριθμητική της προηγούμενης δύναμης των κομμάτων. Ρόλο έπαιξε επίσης η μεγάλη προσέλευση –86, 7% συμμετοχή στην ψηφοφορία-- όσο και οι πολύπλευρες εσωτερικές δυναμικές μετατοπίσεις σε ορισμένες πληθυσμιακές κατηγορίες. Πιο περίπλοκο στην ερμηνεία του είναι το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των μετατοπίσεων.
Ένα από τα πιο απροσδόκητα στοιχεία των φετινών τουρκικών εκλογών είναι, επίσης, οι πάνω από 1,3 εκατ. άκυρες ψήφοι, μια αύξηση της τάξης του 30% από τις προηγούμενες εκλογές. Οι ερμηνείες είναι πολλές, με πιο ενδιαφέρουσα αυτή που αναφέρεται στην εμφάνιση, και στην Τουρκία, της τάσης να εκφράζεται η λαϊκή διαμαρτυρία εναντίον όλων των κομμάτων και του πολιτικού συστήματος συνολικά.
Παρόλο που το ζήτημα των προεδρικών εξουσιών και του ρόλου του Ερντογάν είχε βαρύνουσα σημασία, κοινή ομολογία είναι πως το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί προϊόν πολλών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων: της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής και της επιδείνωσης της κατάστασης για τα φτωχά λαϊκά στρώματα, του αυταρχισμού και της περιφρόνησης των δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε συνδυασμό με την ισλαμοποίηση της κοινωνίας, της πολεμικής εμπλοκής της Τουρκίας στη Συρία, που επιδείνωσε το κουρδικό πρόβλημα. Αλλά και των σκανδάλων χρηματισμού που συγκάλυψε η κυβέρνηση του ΑΚΡ, καθώς και της διαμάχης με την οργάνωση του ισλαμιστή Φετχιουλάχ Γκιουλέν που ώθησαν μεγάλα τμήματα των συντηρητικών οπαδών του ΑΚΡ προς το Εθνικιστικό Κόμμα.
Από τους σχολιασμούς του τουρκικού και διεθνούς Τύπου δεν διέφυγε το γεγονός ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης συγκέντρωσαν την προσοχή τους στην οικονομική πολιτική , το κατά κεφαλήν εισόδημα, την ανεργία και τη φτώχεια, καθιστώντας την εκλογική κούρσα δύσκολη για το AKP, το οποίο είναι πιο ικανό στην πολιτική που χαρακτηρίζεται από έντονο ιδεολογικό και πολωτικό τόνο.
Φαίνεται ότι το κόμμα του Ρ. Τ. Ερντογάν δεν έλαβε υπόψη του το ότι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στην Τουρκία επιδεινώθηκαν απότομα τα τελευταία χρόνια και πολιτεύθηκε πάνω στις δάφνες της εποχής που η οικονομία κατέγραφε μεγάλους ρυθμούς μεγέθυνσης. Όμως, η ανεργία έχει ξεπεράσει το 20%, φτάνοντας και το 40% στη νοτιοανατολική, κατ' εξοχήν αγροτική, κουρδική περιοχή. Σε συνδυασμό με τις αυξήσεις τιμών, έχει οδηγήσει σε διόγκωση του χρέους των νοικοκυριών. Η καταναλωτική πίστη έχει εντεκαπλασιαστεί. Το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού κατέχει το 78% του πλούτου, η ανισότητα του εισοδήματος αυξήθηκε κατά 21% από το 2000 έως το 2014 (Credit Suisse’s Global Wealth Report 2014). Είναι γεγονός ότι οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν εκφράζονται πάντα άμεσα σε πολιτικό επίπεδο, όμως κανείς δεν αμφιβάλλει ότι τροφοδότησαν κινήματα όπως για το Πάρκο Γκεζί, τον Ιούνιο του 2013, μεγάλες απεργίες εργαζομένων σε κρατικές επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν, οι οποίοι είχαν κατασκηνώσει επί εβδομάδες στην Άγκυρα, το 2011-12. Πριν από λίγες εβδομάδες, 20.000 μεταλλεργάτες διαφόρων αυτοκινητοβιομηχανιών απέργησαν παρά τη θέληση του συνδικάτου τους, Türk-Metall. Την 1η Ιουνίου, χιλιάδες γιατροί και επαγγελματίες της υγείας έκαναν 24ωρη απεργία στην Κωνσταντινούπολη. Η λαϊκή δυσαρέσκεια σε συνδυασμό με τις εντάσεις μέσα στις τουρκικές ελίτ έχουν δημιουργήσει μια σχεδόν εκρηκτική κατάσταση, η οποία βρήκε δίοδο και στο εκλογικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, σχολιαστές επισημαίνουν τις εσωτερικές πολιτικές επιπτώσεις της επιθετικής και μη συνεκτικής εξωτερικής πολιτικής του ΑΚΡ που δημιουργεί σύγχυση στην κοινή γνώμη όσον αφορά τη διεθνή θέση της χώρας, η οποία έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας σύρραξης που λίγο-πολύ έχει μεταφερθεί και εντός των συνόρων. [2] Η χρηματοδότηση και εκπαίδευση των τζιχαντιστών της Συρίας έχουν πολλαπλασιαστικές συνέπειες στον τουρκικό πληθυσμό ιδίως της μεθορίου και ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς περιπλέκουν, μεταξύ άλλων,  τη διαδικασία επίλυσης του κουρδικού προβλήματος. Δεν είναι τυχαίο που σε σχετική, πρόσφατη έρευνα η ενεργός ανάμειξη στη σύρραξη της Συρίας θεωρείται από την πλειοψηφία των ερωτηθέντων το μεγαλύτερο πρόβλημα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και η θέση των τριών κομμάτων της αντιπολίτευσης ότι δεν πρέπει να συνεχιστεί αυτή η πολιτική ασφαλώς έπαιξε ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα.
__________________________________
[1] Τα αποτελέσματα έχουν ως εξής: Σύνολο ψηφοφόρων: 55 εκατομμύρια. Ψήφισαν 47,5, έγκυρες ψήφοι 46,1. Το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ έλαβε 40,87% (από 51% στις εκλογές του 2011) και 258 έδρες, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα 24,95% και 132 έδρες, το Εθνικιστικό Κόμμα 16,29% και 81 έδρες, το (φιλοκουρδικό) Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών 13,12% και 80 έδρες. Το τελευταίο συμμετείχε πρώτη φορά σε εκλογές ως κόμμα με συνδυασμούς σε όλη την Τουρκία. Μέχρι τις φετινές εκλογές  συμμετείχε με ανεξάρτητους υποψηφίους για την εκλογή των οποίων δεν ίσχυε κάποιο όριο.
[2] Μια πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο Kadir Has, προκειμένου να διερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική και τις πολιτικές επιλογές του πληθυσμού, έδειξε ότι η συριακή σύγκρουση θεωρείται το σημαντικότερο θέμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, συγκεντρώνοντας το 20,3% -- αν και πολύ μειωμένο σε σχέση με το 2013 όταν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 65,5%, πράγμα που σημαίνει ότι η κοινή γνώμη έχει εξοικειωθεί κατά κάποιο τρόπο με την πολεμική εμπλοκή. Επίσης η πρωταρχική ανησυχία εστιάζεται στο πρόβλημα των προσφύγων και όχι στον πόλεμο, με κυρίαρχη την άποψη να σταματήσει η χώρα να δέχεται Σύρους πρόσφυγες (51,3%) και να απελάσει αυτούς που ήδη έχουν εισέλθει  (36,3%).
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν επίσης ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ θεωρούνται οι μεγαλύτερες απειλές για την Τουρκία (42,6 και 35% αντίστοιχα), ενώ το 37,5% θεωρεί ότι η “Τουρκία δεν έχει φίλους”. Το ίδιο ποσοστό βλέπει ως φίλη χώρα το Αζερμπαϊτζάν, το ψευδοκράτος της Βόρειας Κύπρου (με 8,9%) και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (6%). Το 22% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η Τουρκία πρέπει να βαδίσει μόνη στη διεθνή σκηνή, το 19,5% να συνεργαστεί με μουσουλμανικές χώρες, ενώ το 40% προτιμά τη συνεργασία με τουρκόφωνα κράτη, κυρίως με το Αζερμπαϊτζάν. Μόνο το 12,6% των ερωτηθέντων πρεσβεύει ότι η Τουρκία θα πρέπει να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ στις διεθνείς υποθέσεις. Παρ' όλα αυτά, το 67% συνεχίζει να υποστηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ενώ το 42,4 (από 47,5% το 2013) επιθυμεί την ένταξη στην ΕΕ. Απ' αυτό το 42,4%, οι μισοί περίπου θεωρούν ότι δεν θα ενταχθεί ποτέ η Τουρκία στην ΕΕ λόγω θρησκείας και ταυτότητας, ενώ το 27,7% υποστηρίζει μια Τουρκική Ένωση έναντι του 4,9% που υποστηρίζει ως εναλλακτική λύση στην ΕΕ την ένταξη στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης.
Η γενική αντίληψη του τουρκικού κοινού όσον αφορά τις ΗΠΑ παραμένει πλήρως αρνητική. Το 51,7% τις χαρακτηρίζει “αναξιόπιστες”, “ιμπεριαλιστικές” και “εχθρό”. Μόνο το 20% βλέπει τις ΗΠΑ ως “στρατιωτικό σύμμαχο” και “φίλο”(MustafaAydin “Confusionaboutinternationalaffairs”, 4/6).
Πηγές: http://www.todayszaman.com/, http://www.hurriyetdailynews.com,http://www.theguardian.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου