Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ξύπνα Λάζαρε...

Ξύπνα Λάζαρε...

Τα δαχτυλάκια της λευκά κι επιδέξια, πετούσαν.
Καθόταν σοβαρή στη σκάλα της αυλής με απόλυτη συναίσθηση του καθήκοντος που είχε αναλάβει και δούλευε πυρετωδώς. Εμείς τριγύρω της κοιτάζαμε εκστατικοί. Τρυπούσε προσεκτικά ένα -ένα τα χαμομήλια με τη βελόνα στο σημείο του κάλυκα, ύστερα τα κατέβαζε απαλά μέχρι κάτω, στην άκρη της κλωστής χωρίς να χαλάσει τα πέταλα. Σιγά σιγά η μαγική της κίνηση έφτιαχνε μια ολόκληρη μακριά γιρλάντα με ζαλισμένα ανθάκια. Τότε την κρεμούσε στα κάγκελα, ονοματίζοντάς την. “Αυτή είναι του Γιώργου, του Αντώνη, της Μαρίνας...” Ύστερα έπιανε την επόμενη. Περνούσε καινούρια κλωστή, σάλιωνε την άκρη για τον κόμπο και άρχιζε το πέρασμα. Κι ύστερα άλλη κι άλλη...Μέχρι να έχουμε όλοι τη γιρλάντα μας.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι
τώρα η ώρα σου, τώρα κι ανθίζουν
τώρα λάλησαν τα χελιδόνια
τώρα ξύπνησαν πουλιά κι αηδόνια
Πού ήσουν Λάζαρε, πού ήσουν χαμένος;
-Ήμουν στους νεκρούς παραχωμένος.
Δο μ` σταλιά σταλιά νεράκι,
είν` το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Παρασκευή, πριν από το Σάββατο του Λαζάρου με το τελευταίο κουδούνι τρέχαμε με μια ανάσα σπίτι, αφήναμε σάκες και ύστερα ξεχυνόμασταν στον κάμπο, μαζί όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Άμα το Πάσχα έπεφτε αργά και είχε προλάβει να ξυπνήσει η φύση βρίσκαμε λουλούδια- χαμομήλια κυρίως- και μαζεύαμε όσα μπορούσαμε περισσότερα. Άμα όμως έπεφτε νωρίς και δε βρίσκαμε αγριολούλουδα, στην απελπισία μας ξεπατώναμε κρυφά βιολέτες και πασχαλιές από τους κήπους. Ύστερα μαζευόμασταν στην αυλή της για να στολίσουμε τα καλαθάκια μας .
Ένα μικρό μικρούτσικο, μικρό και χαϊδεμένο,
μικρό το είχε η μάνα του, μικρό και ο μπαμπάς του
Το έλουζαν το χτένιζαν και στο σχολειό το στέλναν.
Κάθε παιδί είχε το δικό του για τη μέρα του Λαζάρου. Όλα ίδια, ξεχνιόταν για ένα χρόνο σε αποθήκες, υπόγεια, κελάρια για να βγουν εκείνη τη μέρα. Μόνο το μέγεθος άλλαζε συμβαδίζοντας με την ηλικία του παιδιού. Αν και μερικές φορές έβλεπες κάποιους μπόμπιρες με καλάθια μεγάλα που είχαν το μισό τους μπόι και δυσκολευόταν να κουβαλήσουν, ειδικά στο τέλος που ήταν γεμάτα.
Παιδί μ` να μάθεις γράμματα, να μάθεις αλφαβήτα.
Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους σου στα παιχνίδια.
Ο δάσκαλος το καρτερεί με μια χρυσή βεργίτσα.
Βεργίτσα εδώ, βεργίτσα εκεί, βεργίτσα πάει στη βρύση.
Όλοι μας- αγόρια κορίτσια- θέλαμε να είναι όμορφα στολισμένα τα καλαθάκια μας για να βγούμε το πρωί του Σαββάτου να “πούμε το Λάζαρο”. Δύο -δυό ή και περισσότεροι, γυρίζαμε πρώτα στη δική μας γειτονιά κι ύστερα σε άλλες πιο μακρινές. Μας έδιναν κυρίως αυγά, ξερά σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, αλλά και χρήματα. Τις περισσότερες φορές στην επιστροφή τα καλάθια μας έσταζαν από τα αυγά που είχαν σπάσει σε μια αδέξια κίνηση ή μια ξαφνική τρεχάλα.
Οι κοτούλες σας αυγά γενούνε
οι φωλίτσες τους δεν τα χωρούνε
δώστε μας και εμάς να τα χαρούμε.
Ύστερα μοιράζαμε τα χρήματα- που εξανεμιζόταν την ίδια μέρα, πάντα σε παιχνίδια- και ατενίζαμε χαρούμενοι τις δύο βδομάδες διακοπών που ξανοίγονταν απέραντες μπροστά μας. Στο τέλος τους, την Δευτέρα μετά την Κυριακή του Θωμά, αν ξέραμε τότε από απολογισμούς, σίγουρα θα λέγαμε ότι η πιο όμορφη στιγμή των Πασχαλινών διακοπών ήταν το απόγευμα πριν από το Σάββατο του Λαζάρου, στην σκάλα. Όταν εκείνη με τα λευκά επιδέξια δαχτυλάκια της έφτιαχνε γιρλάντες με χαμομήλια για να στολίσουμε τα καλαθάκια μας.


στη μνήμη της Δ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου