Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Μπορούν Ρωσία και Αμερική να ζήσουν η μια χωρίς την άλλη;

Μπορούν Ρωσία και Αμερική να ζήσουν η μια χωρίς την άλλη;

Γελοιογραφία του Νταν Ποτότσκι
του Ιγκόρ Ιβανόφ*
[Πηγή: Η Σύγχρονη Ρωσία, 24/07/2014]
Οι δύο δυνάμεις δεν πρέπει να ξεχνούν ότι στο σύγχρονο πολυκεντρικό κόσμο, ο άξονας «Μόσχα – Ουάσινγκτον» δεν παίζει τον κεντρικό ρόλο που έπαιζε παλιά. Πολύ περισσότερο, το ιστορικό χαμηλό στις σχέσεις τους δημιουργεί πολλά διεθνή προβλήματα.
Σε όλη την ιστορία των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων μετά τον «Ψυχρό Πόλεμο», οι διμερείς σχέσεις ποτέ δεν είχαν βρεθεί σε τόσο χαμηλό επίπεδο, όπως σήμερα. Μπορεί να συζητάμε επί μακρόν και παθιασμένα για το ποιός, πώς και γιατί έφερε τις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών σε μια τέτοια κατάσταση. Σήμερα όμως το πιο σημαντικό είναι να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις που θα επιφέρει στις χώρες μας αλλά και σε όλο τον κόσμο αυτή η κατάσταση που επικρατεί στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις. Και θα πρέπει να αρχίσουμε, όπως φαίνεται, από τη συνεχιζόμενη κρίση στην Ουκρανία.
Πολλοί πιστεύουν ότι η δραματική κατάσταση στην Ουκρανία θα αποτελούσε ένα ισχυρό κίνητρο για μια κριτική επανεξέταση της σύγχρονης ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτικής, για την αναζήτηση νέων προσεγγίσεων στη διεθνή ασφάλεια. Κάθε μεγάλη κρίση είναι ταυτόχρονα και μεταβατικός χρόνος για την αναβάθμιση του συστήματος των διεθνών σχέσεων, ο καταλύτης της αλλαγής των πνευματικών και πολιτικών προτύπων. 
Δυστυχώς, στην περίπτωση της Ουκρανίας, αυτός ο γενικός κανόνας προς το παρόν δεν λειτουργεί. Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει, όταν παρατηρείς τις συζητήσεις για το ουκρανικό θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά τον πλουραλισμό των απόψεων αναφορικά με τις αιτίες, τη δυναμική και τις πιθανές συνέπειες της ουκρανικής κρίσης, στο περιβάλλον των αμερικανών πολιτικών και εμπειρογνωμόνων, η συζήτηση για το θέμα αυτό εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά σε δύο σημεία:
Πρώτον, διενεργείται μια ζωηρή συζήτηση για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Δεύτερον, φαίνεται ότι η αμερικανική πολιτική ελίτ επιδιώκει –με κάθε τρόπο– να πείσει τον εαυτό της και τους συνεργάτες της, ότι οι ΗΠΑ είναι αρκούντως ικανές να προχωρήσουν χωρίς τη Ρωσία στην επίλυση σημαντικών διεθνών προβλημάτων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η συζήτηση που γίνεται στην Ουάσινγκτον μοιάζει εντυπωσιακά με τις δικές μας συζητήσεις στη Μόσχα για την κρίση στην Ουκρανία. Από τη μία πλευρά, προσπαθούμε για άλλη μια φορά να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι δεν φοβόμαστε τις οποιεσδήποτε κυρώσεις που τυχόν μας επιβληθούν. Από την άλλη, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και οι τηλεοπτικοί σταθμοί μας εξηγούν ξανά και ξανά ότι δεν είναι η Αμερική «όλος ο κόσμος», όπως επίσης, ότι η Ρωσία δεν έχει να χάσει και τόσα πολλά, ακόμα και αν ελαχιστοποιήσει τη συνεργασία της με τις ΗΠΑ.
Σε αυτή την επικοινωνιακή αντιπαράθεση είναι δύσκολο να βρείτε νέες ιδέες και καινοτόμες προτάσεις για την επίλυση της κρίσης. Αλλά είναι πολύ εύκολο να βρείτε το στυλ της πολεμικής ρητορικής, τα προπαγανδιστικά κλισέ και τα στερεότυπα του «Ψυχρού Πολέμου». Η αναβίωση φαντασμάτων και φοβιών μιας άλλης εποχής, τόσο για τη μία, όσο και για την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να αποδοθεί στον αυξημένο βαθμό των συναισθημάτων, ενός εγγενούς χαρακτηριστικού οποιασδήποτε σοβαρής διεθνούς κρίσης. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι η αρνητική πολιτική ρητορική, έχει τη δυσάρεστη ιδιότητα να μετουσιώνεται σε πολιτική πρακτική. Ήδη σήμερα βλέπουμε να παγώνει η ρωσο-αμερικανική συνεργασία, να σταματούν οι επαφές σε διάφορα επίπεδα και να καταστρέφεται το εύθραυστο οικοδόμημα των διμερών σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αναγέννηση της διπλωματίας μέσα από την κρίση
Πρώτα απ’ όλα, η ιδέα ότι κατά τη διάρκεια μιας κρίσης πρέπει αναγκαστικά να ελαχιστοποιηθεί η επικοινωνία της μιας πλευράς με την άλλη, φαίνεται παράλογη. Αντίθετα, στη διάρκεια της κρίσης χρειάζεται περισσότερο από ποτέ ο διάλογος, διότι χωρίς αυτόν είναι αδύνατο να συμφωνηθεί κάτι, έστω και θεωρητικά. Και ο διάλογος είναι απαραίτητος, όχι μόνο σε επίπεδο προέδρων και υπουργών Εξωτερικών, αλλά και σε επίπεδο κυβερνητικών αξιωματούχων χαμηλότερου επιπέδου, που εκπροσωπούν ένα ευρύ φάσμα υπουργείων και οργανισμών των δύο πλευρών. Χρειαζόμαστε το διάλογο ανάμεσα σε βουλευτές, ανάμεσα σε ανεξάρτητα αναλυτικά κέντρα, χρειαζόμαστε την ενεργή συνεργασία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, των θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου εντατικού διαλόγου σε διάφορες πλατφόρμες μπορούμε να βρούμε πρακτικές λύσεις που δεν καταφέρνουν πάντα να βρουν οι ηγέτες των κυβερνήσεων και οι υπουργοί κατά τη διάρκεια των αναπόφευκτα σύντομων συναντήσεων και τηλεφωνικών συνομιλιών.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό, ότι η Ρωσία μπορεί να ζήσει χωρίς την Αμερική και οι ΗΠΑ μπορούν να κάνουν χωρίς εμάς, τότε είναι εμφανές ότι εδώ πρέπει να διευκρινισθεί τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «να ζήσει». Φυσικά, οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν κάνουν τη διαφορά, ούτε μπορούν να καθορίσουν το συνολικό πλαίσιο των διμερών σχέσεων. Και εννοείται ότι η έλλειψη στρατηγικής αλληλεπίδρασης μεταξύ Κρεμλίνου και Λευκού Οίκου δεν θα οδηγήσει αυτόματα σε έναν πυρηνικό πόλεμο. Είναι από καιρό κατανοητό σε όλους ότι στο σύγχρονο πολυκεντρικό κόσμο ο άξονας «Μόσχα – Ουάσινγκτον» δεν παίζει τον κεντρικό ρόλο που έπαιζε στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα.
Σκληρή δοκιμασία
Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός ότι το πάγωμα στη ρωσο-αμερικανική συνεργασία θα δυσκολέψει σε μεγάλο βαθμό τη διευθέτηση αρκετών και διαφορετικών μεταξύ τους διεθνών θεμάτων και ότι ορισμένα προβλήματα θα παραμείνουν άλυτα. Αυτό ισχύει και για τις περιφερειακές κρίσεις, αλλά και για το κρίσιμο θέμα της μη διάδοσης των πυρηνικών. Το ίδιο ισχύει και για την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας και για τη μάχη που δίνεται ενάντια στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών. Θα δυσκολευτεί η κοινή προσπάθεια στην εξερεύνηση του διαστήματος, όπως και η διεθνής συνεργασία στην Αρκτική. Παρά τη σοβαρότητα της κρίσης στην Ουκρανία, δεν εξαντλείται με αυτή την κρίση η παγκόσμια πολιτική ατζέντα. Όπως επίσης και το να τίθεται όλο το φάσμα των διμερών ρωσο-αμερικανικών σχέσεων σε άμεση εξάρτηση από ένα διεθνές γεγονός, θα ήταν, τουλάχιστον, διπλωματικά και πολιτικά μια κοντόφθαλμη κίνηση.
Κάθε κρίση είναι μια δοκιμασία για όλους. Άραγε, αρκεί η σοφία όλων των εμπλεκομένων πλευρών για να μην «κοπούν οι γέφυρες» και να μην υποκύψουν στα στιγμιαία συναισθήματα, να δουν πέρα από τις τακτικές νίκες και ήττες τις μακροπρόθεσμες προοπτικές; Θέλω να ελπίζω ότι ΗΠΑ και Ρωσία θα ξεπεράσουν αυτή τη δοκιμασία με τις ελάχιστες απώλειες, τόσο για τις ίδιες τις χώρες, όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο.

*Ο Ίγκορ Ιβανόφ, είναι τέως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και πρόεδρος του Ρωσικού Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου