Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Το εμπάργκο φέρνει Ρωσία και Κίνα πιο κοντά

Το εμπάργκο φέρνει Ρωσία και Κίνα πιο κοντά

Του ΜΩΥΣΗ ΛΙΤΣΗ*
Με την κρίση σε Ουκρανία-Ρωσία να απειλεί να προσθέσει ένα ακόμη γκρίζο σύννεφο στις επιδεινούμενες προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της ευρωζώνης, η Μόσχα στρέφεται όλο και περισσότερο προς την Κίνα, για να ανταπεξέλθει στην πίεση του δυτικού εμπάργκο.
Η αυξανόμενη οικονομική συνεργασία Ρωσίας-Κίνας έρχεται να ενισχύσει την αυξανόμενη παρουσία στις διεθνείς συναλλαγές του κινεζικού γουάν-και τις εκπορευόμενες από αμερικανικά κυρίως ΜΜΕ «εσχατολογικές» προβλέψεις για το τέλος της μονοκρατορίας του δολαρίου-σε μία μάλιστα περίοδο που τίθεται όλο και πιο επιτακτικά το ερώτημα: Θα συνεχίσει η κινεζική οικονομία να αναπτύσσεται πάνω από 7%; Ποσοστό το οποίο θεωρείται αναγκαία συνθήκη για να παραμείνει η Κίνα αφενός «ατμομηχανή» της παγκόσμιας οικονομίας και αφετέρου να αποτρέψει τις τάσεις ύφεσης στη αγορά ακινήτων και τον κίνδυνο που αυτές εγκυμονούν για το κινεζικό τραπεζικό σύστημα.
Το πρακτορείο Μπλούμπεργκ έγραφε πρόσφατα για το νέο «σύμμαχο» της Ρωσίας, τον «μίστερ Γουάν», αναφερόμενο διεξοδικά στις αναπτυσσόμενες μπίζνες μεταξύ των δύο χωρών.
Από το 2010  οι συναλλαγές σε γουάν-ρούβλι στο χρηματιστήριο της Μόσχας έχουν δεκαπλασιαστεί και έφτασαν στα 749 εκατ. δολάρια τον Αύγουστο. Ποσό που αποτελεί «σταγόνα στον ωκεανό» μπροστά στις συναλλαγές ύψους 367 δισ. δολαρίων  ανάμεσα στο δολάριο και το ρούβλι. Παρόλα αυτά η αύξηση είναι ενδεικτική της αυξανόμενης παρουσίας του κινεζικού γουάν στις διεθνείς συναλλαγές και ιδίως στις διμερείς συναλλαγές Ρωσίας-Κίνας.
Αυξανόμενος τζίρος
Η Κίνα συμφώνησε πρόσφατα να προπληρώσει την προμήθεια αερίου από τη ρωσική Gazprom, η οποία αναμένεται να αρχίσει το 2018, προκειμένου να βοηθήσει τον ρωσικό κρατικό κολοσσό του πετρελαίου να χρηματοδοτήσει την κατασκευή αγωγού που θα μεταφέρει το πολύτιμο καύσιμο. Οι πληρωμές θα γίνουν σε γουάν. Ρωσία και Κίνα υπέγραψαν το Μάιο συμφωνία ύψους 400 δισ. δολαρίων για την προμήθεια με ρωσικό αέριο, ανοίγοντας μια νέα αγορά για τη Μόσχα τώρα που από ότι φαίνεται κλείνει οριστικά λόγω εμπάργκο η ευρωπαϊκή αγορά.
Η Κίνα είναι ήδη ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας με τζίρο που έφθασε πέρυσι τα 89 δισ. δολάρια και στόχο να φθάσει τα 100 δισ. δολάρια το 2015. Οι δύο χώρες συζήτησαν πριν από λίγο καιρό προτάσεις για επενδύσεις κινεζικών επιχειρήσεων σε περισσότερα από 30 έργα στη Ρωσία, αξίας πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων στα οποία περιλαμβάνονται η κατασκευή δρόμων και γεφυρών, η ανάπτυξη πλουτοπαραγωγικών πηγών, η αγροτική παραγωγή και οι μεταφορές.
Οι ρωσικές επιχειρήσεις έχουν δανειστεί συνολικά 90,5 δισ. δολάρια σε ομόλογα δολαρίου που λήγουν πριν το 2020, σε σχέση με 19 δισ. δολάρια σε ομόλογα σε ευρώ και μόλις 864 εκατ. δολάρια σε ομόλογα σε γουάν.
Αν και μικρό το μερίδιο των ομολόγων σε γουάν, οι συναλλαγές σε γουάν-ρούβλι είναι οι πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες από οποιοδήποτε άλλο ζευγάρι νομισμάτων. Σε αντίθεση μάλιστα με το δολάριο και το ευρώ που μεγάλο μέρος τοποθετήσεων έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα, σχεδόν όλες οι συναλλαγές σε γουάν αφορούν τη διεκπεραίωση εμπορικών συμφωνιών.
Κίνα και Ρωσία, όπως έχουμε γράψει και σε παλαιότερο άρθρο (http://oikonomiallomati.blogspot.gr/2014/07/blog-post.html?view=magazine) προσπαθούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από το δολάριο. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει επισήμως από το 2008 και μετά που ξέσπασε η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση διακηρύξει την πρόθεση να σπάσει «το μονοπώλιο του δολαρίου» που επιτρέπει στις ΗΠΑ να δρουν ως διεθνές οικονομικό «παράσιτο».
Τον περασμένο Ιούλιο μάλιστα 70 χρόνια μετά τη συμφωνία του Μπρέτον Γουντς, που έκανε το δολάριο νόμισμα του κόσμου και όρισε το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα «θεματοφύλακες» της παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας, η Ρωσία και οι εταίροι της στη λεγόμενη ομάδα BRICS, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και η Νότιος Αφρική προχώρησαν στη δημιουργία της δικής τους τράπεζας για την ανάπτυξη και αποθεματικού ταμείου με διαθέσιμο κεφάλαιο 200 δισ. δολάρια.
Η Κίνα κρατά πιο χαμηλό προφίλ στις «αντιδολαριακές» κορόνες. Με το 32% των άνω των 4 τρισ. δολαρίων συναλλαγματικών της αποθεμάτων να είναι αμερικανικά κρατικά ομόλογα, η κυβέρνηση του Πεκίνου επιδιώκει να περιορίσει το ρίσκο. 
Βρετανικά ομόλογα σε γουάν
Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι η Βρετανία θα είναι η πρώτη χώρα της Δύσης που θα εκδώσει το πρώτο κινεζικό ομόλογο εκτός Κίνας σε γουάν.  Οι κινεζικές αρχές ίδρυσαν τον Ιούνιο εκκαθαριστικές τράπεζες(clearing banks) στο Λονδίνο, τη Φρανκφούρτη και τη Σεούλ. Σύμφωνα με έκθεση της βρετανικής τράπεζας HSBC Holdings το 26% των γαλλικών επιχειρήσεων και το 23% των γερμανικών συναλλάσσονται πλέον στο κινεζικό νόμισμα, ποσοστό που είναι το υψηλότερο εξαιρώντας την Κίνα, το Χονγκ Κονγκ(αν και κινεζική επαρχία διατηρεί πολιτική και νομισματική αυτονομία) και την Ταϊβάν.
Στο Χονγκ Κονγκ υπάρχει το μεγαλύτερο ποσοστό επιχειρήσεων που συναλλάσσονται σε γουάν, 58%. Ακολουθούν η Ταιβάν και η Κίνα με 38% και 33% αντίστοιχα. Στις ΗΠΑ το 17% των επιχειρήσεων συναλλάσσεται σε γουάν και ακολουθούν με 15% η Σιγκαπούρη, 14% η Βρετανία, 10% τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, 9% η Αυστραλία και 5% ο Καναδάς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών οι συναλλαγές σε γουάν έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με τρία χρόνια πριν, με το κινεζικό νόμισμα να είναι σήμερα(2013) το ένατο πιο δημοφιλές στις διεθνείς συναλλαγές. Ο ημερήσιος όγκος συναλλαγών σε γουάν έχει εκτιναχτεί στα 120 δισ. δολάρια από 34 δισ. δολάρια τρία χρόνια πριν, όταν το κινεζικό νόμισμα ήταν 17ο στην κατάταξη των δημοφιλών νομισμάτων στις διεθνείς συναλλαγές.
Το μερίδιο του γουάν  το οποίο είναι μερικώς μετατρέψιμο νόμισμα, διπλασιάστηκε τα τρία τελευταία χρόνια και έφτασε στο 2,2% στη διεθνή χρηματαγορά.
Παρόλο που το ποσοστό είναι πολύ μικρό σε σχέση με το 87% του δολαρίου ή του 33% του ευρώ, δεν απέχει πολύ από τα ποσοστά που κατέχουν άλλα νομίσματα στα οποία γίνονται διεθνείς συναλλαγές εδώ και χρόνια. Για παράδειγμα το μερίδιο του ελβετικού φράγκου ανέρχεται σε 5,2% ή του δολαρίου Καναδά σε 4,6%. Για να μην αναφερθούμε στο δολάριο της Νέας Ζηλανδίας το μερίδιο του οποίου είναι παρόμοιο με αυτό του κινεζικού γουάν, 2% από 1,6% τρία χρόνια πριν.

*Δημοσιογράφος-Οικονομικός Αναλυτής

Πηγές:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου